Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Yποκύψ(α)τε...

Υποκύψτε κολλυγάδες στους πλούσιους και λεφτάδες,
Υποκύψτε πολεμάρχοι στη φωνη του αττικάρχη,
Υποκύψτε οι παπάδες σε δυστρόπους δεσποτάδες,
Υποκύψτε βουλευτάδες σε παγκοσμιοποιημένους αφεντάδες,


Δουλικώς προσκηνύστε τους ανθρωπους που μας εχουν καταστρέψει όλως δι' όλου
Τροπικώς υποκύψτε σε διλλήματα και ψηφους που μας έχουν ορφανέψει την φωνη της λογικής μας!


Υποκύψτε αθλητάδες σε παγκόσμιους τυπάδες,
Υποκύψτε μαθητάδες σε ανίδεους διδάχους,
Υποκύψτε φοιτητάδες σε φωνές αλλοπροσάλλων,
Υποκύψτε ματατζήδες σε ανθρώπους που δεν πρέπει,


Ολικώς και πολυτρόπως σκύψτε να τους προσκηνύσ(ε)τε τους παγκόσμιους αγάδες,
Τοπικώς να υποκύψ(ε)τε στους ανθρώπους που σας θέλουν ξεδοντιάρικα θηρία!


κανείς κανέναν να μην θε ποτε να διαφεντεύει α΄δυνατον υφίσταται και τούτο
και δια τούτου εμεις γινήκαμε προδότες του    Έ λ λ η ν(ος) γένους! 

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

η καλή απιστία του Θωμά του Διδύμου αποστόλου κατα Ι.Χρυσόστομον

Ἔρχομαι νὰ καταβάλλω χωρὶς ἄλλο τὴν ὀφειλή μου. Γιατὶ κι ἄν εἶμαι φτωχὸς ὅμως θέλω νὰ ἀποσπάσω βίαια τὴν εὐγνωμοσύνη σας. Ἔδωσα τὴν ὑπόσχεση νὰ σᾶς φανερώσω τὴν ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ καὶ τώρα ἔρχομαι νὰ τὴν ἐκπληρώσω.  Τὶς πρῶτες ὀφειλὲς πρῶτα βιάζομαι νὰ ἐξοφλῶ,γιὰ νὰ μὴ μὲ πνίξουν οἱ τόκοι του, ποὺ μαζεύονται. Συνεργαστῆτε καὶ σεῖς στὴν καταβολὴ τοῦ χρέους μου καὶ ἱκετέψτε τὸ Θωμᾶ, νὰ βάλη στὰ χείλη μου τὸ ἅγιο χέρι του, ποὺ ἄγγιξε τὴν πλευρὰ τοῦ Κυρίου, νὰ νευρώση τὴ γλῶσσα μου, γιὰ νὰ σᾶς ἐξηγήση ὅσα ποθῆτε. Κι ἐγὼ παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ἀποστόλου καὶ μάρτυρα Θωμᾶ διαλαλῶ τὴν πρώτη του ἀπιστία καὶ τὴν ὕστερη ὁμολογία, ποὺ εἶναι τῆς Ἐκκλησίας κρηπίδα καὶ θεμέλιο. Ὅταν μπῆκε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητάς του, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦσαν κλεισμένες καὶ βγῆκε πάλι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὁ Θωμᾶς ἔλειπε μονάχα. Ἦταν κι αὐτὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας· ἡ ἀπομάκρυνση του μαθητοῦ νὰ προξενήση περισσότερη ἀσφάλεια καὶ βεβαιότητα. Γιατὶ ἄν ἦταν μαζὶ ὁ Θωμᾶς, δὲ θὰ εἶχε βέβαια ἀμφιβολία· κι ἄν δὲν εἶχε ἀμφιβολία, δὲν θὰ ζητοῦσε μ’ ἐπιμονή· καὶ ἄν δὲν ζητοῦσε, δὲ θὰ ψηλαφοῦσε τὸν Κύριο καὶ Θεὸ κι ἄν δὲν ὡμολογοῦσε τὸν Κύριο καὶ Θεὸ κι ἄν δὲν ὡμολογοῦσε Κύριο καὶ Θεό, τὸ Χριστό, δὲ θὰ εἴχαμε ἐμεῖς διδαχθῆ νὰ τὸν δοξολογοῦμε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ὥστε μὲ τὴν ἀπιστία του ὁ Θωμᾶς μᾶς ποδηγέτησε πρὸς τὴν ἀλήθεια κι ὅταν ἦρθε ὕστερα σταθεροποίησε τὴν πίστη μας. Ἔλεγαν λοιπὸν οἱ μαθηταὶ στο Θωμᾶ ὅταν ἦρθε·  «Ἔχομε δεῖ τὸν Κύριο, ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε· ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀλήθεια·  καὶ βρήκαμε τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων νὰ λάμπη μέσα στὰ πράγματα. Ἔχομε δεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπε· σὲ τρεῖς ἡμέρες σηκώνομαι, κι ἀφοῦ εἴδαμε μὲ τὰ μάτια μας τὴν ἀνάσταση προσκυνήσαμε αὐτὸν ποὺ ἀναστήθηκε. Τὸν ἀκούσαμε νὰ μᾶς λέη «εἰρήνη σ’ ἐσᾶς», κι ἀλλάξαμε τὸ σκοτισμὸ τῆς λύπης σὲ γαλήνια χαρά. Εἴδαμε τὰ χέρια του ποὺ δέχτηκαν τὶς αἰχμὲς τῶν καρφιῶν, εἴδαμε τὰ χέρια ποὺ κατηγοροῦν τὴ λύσσα τῶν θεομάχων σκυλιῶν, εἴδαμε τὰ χέρια ποὺ ὕφαναν τὴν ἀφθαρσία μας. Εἴδαμε καὶ τὴν πλευρὰ ποὺ κραυγάζει καθαρώτερα ἀπὸ κάθε κήρυκα τὴν καλωσύνη τοῦ πληγωμένου. Εἴδαμε τὴν ἴδια τὴν πλευρὰ, ποὺ οἱ ἄγγελοι ὑμνοῦν καὶ οἱ πιστοὶ σέβονται καὶ οἱ δαίμονες τρέμουν. Δεχτήκαμε καὶ τὴ θεϊκὴ πνοὴ ἀπὸ τὸ θεϊκὸ στόμα του, φύσημα πνευματικό, φύσημα ποῦ σκορπίζει κάθε χάρη. Ὁ ἐξουσιαστὴς ἔδωσε καὶ σ’ ἐμᾶς ἐξουσία νὰ συγχωροῦμε τὰ σφάλματα. Ἀποκτήσαμε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμε τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀφοῦ μᾶς ἔδωσε τέτοια ἐντολή· Ἄν ἀφήσετε τὶς ἁμαρτίες μερικῶν, ἀφήνονται· ἄν μερικῶν τὶς κρατήσετε, κρατοῦνται.  Τέτοια βαθειὰ χαρὰ πήραμε ἀπ’ τὸν Σωτῆρα, τέτοια δῶρα ἀπολαύσαμε. Ἀδύνατο νὰ μὴν πλουτίσωμε, ἀφοῦ μᾶς ἔτυχε τέτοιος Κύριος. Ἔμεινε φτωχὸς μόνο αὐτὸς ποὺ δὲ βρέθηκε μαζί μας. Κι ὁ Θωμᾶς τοὺς εἶπε·  «Ἔχετε δεῖ τὸν Κύριο; Καλά. Αὐτὸν ποὺ εἴδατε λοιπὸν νὰ τὸν σέβεστε πιὸ πολὺ . Αὐτὸν ποὺ παρατηρήσατε, νὰ τὸν κηρύττετε ἀδιάκοπα. Ἐγὼ ὅμως, ἄν δὲ δῶ μέσα στὶς παλάμες του τὰ ἴχνη τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ δάχτυλό μου στὸ σημάδι ἀπ’ τὰ καρφιὰ καὶ δὲ βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρὰ του, δὲ θὰ πιστέψω. Κι ἐσεῖς δὲ θὰ πιστεύατε, ἄν δὲν βλέπατε πρῶτα· ἔτσι κι ἐγώ, ἄν δὲν ἰδῶ δὲ θὰ πιστέψω. Μεῖνε, Θωμᾶ, σταθερὸς στὸ πόθο σου αὐτόν, μεῖνε σταθερὸς μὲ ἐπιμονή, γιὰ νὰ δῆς ἐσῦ καὶ νὰ βεβαιωθῆ ἡ ψυχή μου.  Μεῖνε σταθερός, ζητώντας αὐτὸν ποὺ εἶπε, «Ζητεῖτε καὶ θὰ βρῆτε». Μὴν προσπεράσης ἁπλῶς, ἐρευνῶντας, ἄν δὲν εὔρης τὸ θησαυρὸ ποὺ ζητᾶς, χτύπα μ’ ἐπιμονὴ τὴν πόρτα τῆς ἀναντίρρητης γνώσης, ὥσπου νὰ σοῦ τὴν ἀνοίξη αὐτὸς ποὺ εἶπε «χτυπᾶτε καὶ θὰ σᾶς ἀνοίξω». Ἁγαπῶ τὸ διχασμὸ τῶν λογισμῶν σου, γιατὶ κόβει κάθε διχασμό. Ἀγαπῶ τὴ φιλομάθειά σου, γιατὶ κόβει σύρριζα κάθε φιλονεικία. Μὲ χαρὰ ἀκούω πολλὲς φορὲς τὰ λόγια σου· ἄν δὲ δῶ στὰ χέρια του τὸ σημάδι ἀπ’ τὰ καρφιά, δὲ θὰ πιστέψω. Γιατὶ σὺ ἀπιστεῖς κι ἐγὼ μαθαίνω νὰ πιστεύω. Ἐσὺ σκάβεις μὲ τὸ δικέλλι τῆς γλώσσας τὸ θεῖο σῶμα, κι ἐγὼ θερίζω ἄκοπα τὸν καρπὸ καὶ τὸν μαζεύω γιὰ μένα. Ἄν δὲν ἰδῶ μ’ αὐτὰ μου τὰ μάτια μέσα στ’ ἅγια  του χέρια, τ’ αὐλάκια ποὺ σὰν ἀλέτρι χάραξαν οἱ ἀσεβεῖς, μὲ κανένα τρόπο δὲ θὰ συμφωνήσω μὲ τὰ λόγια σας. Ἄν δὲ βάλω αὐτὸ μου τὸ δάκτυλο στὶς λακοῦβες τῶν καρφιῶν, δὲ θὰ δεχτῶ τὸ καλὸ μήνυμά σας. Ἄν δὲν κρατήσω μ’ αὐτὸ μου τὸ χέρι τὴν πλευρὰ ἐκείνη, ποὺ ἀνύποπτη μαρτυρεῖ τὴν ἀνάσταση, δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω τὴ γνώμη σας.  Γιατὶ κάθε λόγος εἶναι ἰσχυρὸς καὶ βέβαιος, ἄν δεχτῆ τὴ συνηγορία ὅλων τῶν πραγμάτων· καὶ κάθε λόγος ποὺ δὲν ἔχει  τὴ μαρτυρία τῶν ἔργων εἶναι χωρὶς σημασία καὶ ἀπὸ τὸ στόμα στὸν ἀέρα χάνεται. Θὰ κηρύξω στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαύματα τοῦ Δασκάλου. Πῶς λοιπὸν μὲ τὰ λόγια νὰ πῶ αὐτὰ ποὺ δὲν ἀντιλήφθηκα μὲ τὰ μάτια μου·  Πῶς θὰ κάνω τοὺς ἄπιστους νὰ πιστέψουν, αὐτὰ ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν τἄχω παρακολουθήσει; Νὰ πῶ στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Ἕλληνες ὅτι ἔχω δεῖ τὸν Κύριό μου νὰ τὸν σταυρώνουν· δὲν τὸν εἶδα ὅμως νὰ ἔχη ἀναστηθῆ ἀλλὰ μόνο ἄκουσα. Καὶ ποιὸς δὲν θὰ περιπαίξη τὰ λόγια μου; Ποιὸς δὲ θὰ δείξ περιφρόνηση στὸ κήρυγμά μου; Ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ν’ ἀκούσης κάτι κι ἄλλο νὰ τὸ δῆς, ἄλλο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀφήγηση λόγων κι ἄλλο ἡ θέα καὶ ἡ ἐμπειρία τῶν πραγμάτων. Ἔτσι ἐπειδὴ ὁ Θωμᾶς εἶχε ἀμφίβολη γνώση, σὲ ὀχτὼ μέρες ξαναῆρθε πάλι στοὺς μαθητὰς του ποὺ ἦταν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί. Ἄφησε πρῶτα νὰ κατηχηθῆ ὁ Θωμᾶς ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του στὶς ἐνδιάμεσες μέρες. Παραχώρησε νὰ φλογιστῆ ἀπὸ τὴ δίψα νὰ τὸν ἀντικρίση·  κι ὅταν ἡ ψυχὴ του ἄναψε ἀπὸ τὸν σφοδρὸ πόθο τῆς θέας του, τότε στὴν ὥρα πάνω ὁ ποθητὸς βρῆκε αὐτὸν, ποὺ ποθοῦσε. Ὅμοια, ὅπως καὶ πρῶτα, μὲ κλεισμένες τὶς πόρτες τὸ ἔκανε αὐτὸ καὶ ξανὰ, ὅπως καὶ πρῶτα, τοὺς εἶπε· «εἰρήνη σ’ ἐσᾶς», γιὰ νὰ ταυτιστῆ τὸ πρᾶγμα μὲ τὸ θαῦμα καὶ γιὰ νὰ βεβαιώση τὸ λόγο τῶν ἀποστόλων καὶ γιὰ νὰ παραστήση τὴν ἀκρίβεια τοῦ δεύτερου ἐρχομοῦ του. Ἔπειτα εἶπε στὸν Θωμᾶ:  Βάλε τὸ δάχτυλο οσυ ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου. Τί ὕψος ἀπέραντης φιλανθρωπίας!  Τϊ πέλαγος ἀμέτρητης συγκαταβάσεως!  Δὲν περίμενε τὴν προσέλευση τοῦ μαθητοῦ, δὲν περίμενε νὰ πλησιάση αὐτὸς ποὺ εἶχε ἀνάγκη, νὰ παρακαλέση καὶ νὰ ἐπιτύχη ὅ,τι ἤθελε. Μήτε γιὰ λίγο δὲν τὸν στέρησε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ ἀγαπημένος αὐτὸν ποὺ τὸν ἀγαποῦσε μὲ τὴν βία τραβοῦσε κοντά του, ὁ ἴδιος ἔσυρε στὴν πληγὴ τὸ δάχτυλο ἐκείνου ποὺ εἶχε τὸν πόθο, ὁ ἴδιος μὲ τὴ δεσποτικὴ γλῶσσα του, τράβηξε τὸ δουλικὸ χέρι λέγοντας σ’ αὐτόν·  Βάλε τὸ δάκτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου. Ἄκουσα, Θωμᾶ, ἀπὼν σὰν ἄνθρωπος ἀλλὰ παρὼν σὰν Θεός, ὅ,τι εἶπες στοὺς ἀδελφούς σου. Ἤμουν κοντά σας μὲ τὴ θεϊκότητά μου καὶ χώρια σας μὲ τὴν ἀνθρωπίνη φύση μου.  Θέλεις νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὰ λόγια ποὺ εἶπες προηγούμενα; Δὲν εἶπες, ἄν δὲ δῶ μὲσα στὰ χέρια του τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια τῶν καρφιῶν καὶ δὲ βάλω τὸ χέρι μου στὴν πλευρά του, δὲ θὰ πιστέψω; Δὲ βγήκαν ἀπὸ τὰ χείλη σου τὰ λόγια αὐτά; Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν ἀνταποκρίνονται στοὺς λογισμούς σου; Γι’ αὐτὸ ξαναῆλθα· γιὰ νὰ μὴν ἀμφιβάλλης.  Γι’ αὐτὸ εἶμαι κοντά σας δεύτερη φορά, γι’  αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμεῖς ἔχω φτάσει καὶ τώρα ἦρθα γιὰ σένα, τὸν ἕνα, ἐγὼ ποὺ γιὰ τὸ χαμένο πρόβατο κατέβηκα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς χωρὶς ἐν τούτοις νὰ τοὺς ἀφήσω.  Μὴ διστάσης λοιπὸν νὰ μάθης ὅ,τι ποθεῖς, μὴν ντρέπεσαι νὰ κοιταξης καλὰ ὅ,τι θέλεις. Μὴν ἀποφύγης νὰ βάλης τὸ δάχτυλό σου στὰ ἴδια τὰ χέρια μου. Ἀνέχομαι καὶ τὰ περίεργα δάχτυλα, ὅπως ἀνέχτηκα τὰ καρφιά. Ὑπομένω τὴν περιέργεια τοῦ φίλου, ὅπως ὑπόμεινα τὴν  κακία τῶν ἐχθρῶν.  Μὲ σταύρωσαν οἱ ἐχθροί μου καὶ δὲν ἀγανάκτησα καὶ δὲ θὰ ὑποφέρω τὴν δική σου ἐξέταση; Βάλε τὸ δάχτυλό σου ἐδῶ καὶ ἰδὲς τὰ χέρια μου, ποὺ τραυματίστηκαν γιὰ σὰς, γιὰ νὰ θεραπεύουν τὰ χτυπήματα τῶν δικῶς σας ψυχῶν. Ἰδὲς τὰ χέρια μου καὶ συλλογίσου ἄν εἶμαι ἐκεῖνος ποὺ θεληματικὰ σταυρώθηκε ἤ κάποιος ἄλλος. Ἰδὲς τὰ χέρια μου, ποὺ ἄφησα νὰ διατηροῦν τὰ σύμβολα τῆς Ἑβραϊκῆς μανίας κι ὅταν μὲ τὴ συνηθισμένη ἀναίδειά τους μοῦ ποῦν οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως ὅτι Ἐμεῖς Κύριε δὲ σὲ σταυρώσαμε, τότε καὶ θὰ ντροπιάσω  θὰ δείξω σ’ αὐτοὺς ποὺ μὲ πολέμησαν, τὰ χέρια μου μ’ αὐτὴ τὴ μορφὴ καὶ θὰ ντροπιάσω τοὺς Ἑβραίους μόλις τ’ ἀντικρύσουν. Ἰδὲς τὰ χέρια μου, καὶ τὸ ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεώς μου μὴ νομίσης πὼς εἶναι μιὰ φαντασία. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ὁμήρους γιὰ τὸν ξανεγέννημό σας. Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ἐνέχυρα γιὰ τὴν ἀνάστασή σας μέσα ἀπὸ τὸν τάφο.  Κράτησε αὐτὰ τὰ χέρια, σὰν ἄγκυρα ποὺ ἔπεσε στὸ βυθὸ τοῦ Ἅδη. Καμμιὰ χειμωνιὰ τῆς ζωῆς μὴ φοβηθῆς, καμμιὰ ζάλη τοῦ κόσμου ἄς μὴ σὲ ζαλίση. Μὴ φοβηθῆς τὸ φύσημα τῶν ἀντιθέτων ἀνέμων, ἄς μὴ σὲ ἀνησυχήσουν οἱ καταιγίδες κι οἱ σκόπελοι τῆς θάλασσας τῶν ἐχθρῶν. Πέρνα μὲ θάρρος τὸ πέλαγος τῆς ζωῆς, ταξίδευε κρατῶντας τὴν ἄγκυρα τοῦ πνεύματος, ταξίδευε ἔχοντας μπροστὰ σου σὰν λιμάνι τὸν οὐρανό. Ταξίδευε καὶ νὰ φοβᾶσαι μόνο τῆς ἀρνήσεώς μου τὸ ναυάγιο. Περιγέλα τὸ θάνατο σὰ νεκρὸ, περίπαιζε τὴ φθορὰ σὰν ἀνίσυχρη. Ἀποδέχου γιὰ χάρη μου τὸ τέλος τῆς ζωῆς σὰν ἀρχὴ μιᾶς πιὸ ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Ἄντλησε μὲ τὸ χὲρι σου ἀπὸ τὴ βρύση αὐτὴ τῆς ζωῆς τὸ νᾶμα ποὺ ποθεῖς, τὴ δίψα σου ἀνακούφισε. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρὰ μου.  Βάλε τὸ χέρι σου στὸ ἰατρεῖο τῆς πλάσης καὶ βγάλε τὸ φάρμακο τῆς ἐπιθυμίας του. Δέχομαι ἄγγιμα χεριοῦ σου ποὺ μὲ ἀγαπᾶ· ἐγὼ ποὺ δέχτηκα τὴν πληγὴ τῆς λόγχης. Φέρε τὸ χέρι σου καὶ βάλτο στὴν πλευρὰ μου, γιὰ νὰ μπορῆς ν’ ἀγωνίζεσαι γι’ αὐτὴν, γιὰ νὰ μπορῆς ν’ ἀποκριθῆς σ’ αὐτοὺς ποὺ πολεμοῦν τὴν ἀλήθεια, ὅτι μὲ εἶδες μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ μ’ ἀναγνώρισες καὶ μὲ ψηλάφησες προσεκτικά. Φέρε τὸ χέρι οσυ καὶ βάλτο στὴν πλευρά μου. Γιὰ σένα τὴν ἄφησα ἔτσι ἐγὼ ποὺ θεραπεύσα τὰ σώματα καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων.  Πρόβλεψα σὰν Θεὸς ὅτι θὰ θελήσης νὰ τὴ δῆς ἔτσι καὶ βλέποντας τ’ ἀχνάρια τοῦ πάθους στὴν σάρκα μου θέλησα νὰ θεραπεύσης τὸ πάθος τῆς ψυχῆς σου. Φέρε τὸ χέρι σου, καὶ βάλτο στὴν πλευρὰ μου ποὺ τὴ φύλαξα ἔτσι μὲ κάποιο σκοπό. Ὅταν γυρίσω πάλι ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθίσω σὲ θρόνο κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν νὰ ἰδοῦν οἱ Ἑβραῖοι κατάματα τὰ ἔργα τῆς κακίας τους καὶ μόνοι τους ν’ αὐτοδικαστοῦν – να μὴ φανῆς ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. Κακὸ ἡ ἀπιστία, κάνει τὸ νοῦ νὰ βουλιάξη. Ἡ πίστη τὸν ἀναρπάζει στὸν οὐρανό.. Ἡ ἀπιστία τυφλώνει τὴν ψυχή·  ἡ πίστη σκορπᾶ τὸ φῶς της στοὺς λογισμούς·  ἡ πίστη καὶ τὰ ἀόρατα κατακάθαρα τὰ βλέπει, ὁ ἄπιστος εἶναι σ’ ἄγνοια ὁλοκληρωτική.  Μὴ γίνης ἄπιστος ἀλλὰ πιστός. Παραμέρισε τὸ νέφος τῆς ἀπιστίας καὶ κοίταξε τὶς καθαρὲς ἀκτῖνες τῆς πίστης. Γίνου μέσα σὲ ὅλους ἄξιος ἀπόστολος τῆς θεότητός μου.  Γίνου τέτοιος ὅπως πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ συνάντησε καὶ εἶδε τέτοια ὅπως ἐσύ. Ὅμοια μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους σὲ κάλεσα, ὅμοια μ’ αὐτοὺς σὲ τίμησα, ὅμοια μ’ αὐτοὺς ὁπλίσου. Ὅμοια μ’ αὐτοὺς εἶδες ὅ,τι εἶδαν, ὅμοια μ’ αὐτοὺς σοῦ ἐμπιστεύθηκα σὰ φίλο, ὅλο μου τὸ μυστήριο, ὅμοια μ’ αὐτοὺς κήρυξε τὴ δύναμή μου.  Μὴν πῆς πάλι, ἀφοῦ μὲ εἶδες μιὰ φορά Ἄν δὲ δῶ πάλι στὰ χέρια του τὰ σημάδια τῶν καρφιῶν δὲν θὰ πιστέψω. Ὅσο εἶμαι μαζί σας ἄφησε ἐλεύθερη, ὅπως θέλεις, τὴν περιέργειά σου. Ὅσο ἔχεις δίπλα σου τὸ οὐράνιο  κλῆμα ὅλα τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ σταφύλια της ἐρεύνησε.  Θ’ ἀνεβῶ στοὺς οὐρανούς, ἀπ’ ὅπου ἦρθα στὴ γῆ, θ’ ἀνεβῶ, ὅπου εἶμαι. Θ’ ἀνεβῶ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση μου ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου γιὰ χάρη σας κατέβηκα μὲ τὴ θεία μου φύση. Θ’ ἀνεβῶ μ’ αὐτό μου τὸ σῶμα, ἄν καὶ χωρὶς αὐτὸ ἦρθα ἀπὸ κεῖ κι ἔμεινα ἐκεῖ πέρα.  Θ’ ἀνεβῶ στοὺς κόλπους τοὺς πατρικοὺς μὲ τὴ δικὴ σας φύση, ἄν καὶ εἶμαι στοὺς κόλπους τοῦς πατέρα. Τελείωσα τὸ ἔργο ποὺ γιὰ χάρη του ἔκανα αὐτὴ τὴν πορεία. Ἀφοῦ ἄγγιξε λοιπὸν ὁ Θωμᾶς τὰ χέρια τοῦ Κυρίου καὶ τὴ θεία πλευρά γέμισε ἀπὸ δειλία κι ἀπὸ χαρὰ μαζὶ βλέποντας αὐτὰ ποὺ ἐπιθύμησε καὶ ἀμέσως ξεσπᾶ σὲ ὕμνο τοῦ Κυρίου κραυγάζοντας·  Κύριέ μου καὶ Θεέ μου». Σὺ εἶσαι ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεός.  Σὺ εἶσαι ὁ ἄνθρωπος καὶ φιλάνθρωπος. Σὺ εἶσαι ξενόφερτος καὶ παράξενος γιατρὸς τῆς πλάσης.  Δὲν κόβεις μὲ τὸ νυστέρι τ’ ἄρρωστα μέλη, δὲν καῖς μὲ τὴ φωτιὰ τὶς πληγές, δὲν μαζεύεις ἀπ’ τὰ βότανα τὴν δύναμη τῶν φαρμάκων σου, δὲ δένεις μὲ ὁρατοὺς ἐπιδέσμους τὶς πληγὲς ποὺ μᾶς ἀφανίζουν. Διαθέτεις ἀόρατους ἐπιδέσμους ἀγάπης, ποὺ ἀόρατα τονώνουν τὰ καταπονημένα μέλη. Ἔχεις λόγο ποὺ εἶναι κοφτερὸς ἀπὸ τὸ μαχαίρι·  ἔχεις λόγο πιὸ δυνατὸ ἀπ’ τὴ φωτιά· ἔχεις βλέμμα ἀπ’ τὸ φάρμακο πιὸ ἁπαλό.  Σὰν δημιουργὸς ἁγιάζεις χωρὶς κόπο τὸ δημιουργημά σου, σὰν πλάστης χωρὶς νὰ κουραστῆς μεταπλάθεις τὰ πλάσματά σου.  Σὺ κατὰ τὸ θέλημά σου τοὺς λεπροὺς καθάρισες, τοὺς κουτσοὺς τοὺς ἔκανες νὰ τρέχουν, τοὺς παράλυτους νὰ σηκώνουν τὰ κρεββάτια τους, τοὺς γεννημένους τυφλοὺς τοὺς προστάζεις νὰ πετάξουν μὲ νίψιμο τὸ σκοτάδι. Ἐξώρισες τοὺς δαίμονες ἀπ’ τὰ δημιουργήματά σου, μὲ θέλημά σου πιάστηκες ἀπ’ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπ’ τοὺς Ἑβραίους, τὰ πάντα δέχτηκες γιὰ μένα στὸ σῶμα σου. Ὦ Κύριε καὶ Θεέ μου. Ἀναγνώρισα τὸν Κύριό μου, ἀναγνώρισα τὸν ἁλιέα καὶ φύλακά μου, ἀναγνώρισα τὸ βασιλιὰ καὶ Κύριό μου. Ὦ Κύριε καὶ Θεέ μου.  Πιστεύω Κύριε στὴν οἰκονομία σου, πιστεύω στὴν συγκατάβασή σου, πιστεύω στὴν ἀνάληψη ἀπὸ μέρος σου τῆς φροντίδας μου, πιστεύω στὸν προσκυνητό σου σταυρό, πιστεύω στὰ παθήματα τῆς σάρκας σου, πιστεύω στὸν τρίημερο θάνατό σου, πιστεύω στὴν ἀνάστασή του. Λοιπὸν δὲν ἔχω πιὰ περιέργεια. Πιστεύω, δὲν κάνω πιὰ ἔλεγχο·  πιστεύω, δὲν στήνω πιὰ τὴ ζυγαριὰ τοῦ νοῦ. Πιστεύω δὲν ἔχω πιὰ τὴν περιέργιεια.  Πιστεύω στὰ μάτια μου καὶ στὰ χέρια μου. Μὲ δίδαξαν αὐτὰ ποὺ εἶδα νὰ μὴν κάνω ἔλεγχο.  Ψηλάφησα κι ἔμαθα νὰ προσκυνῶ ὄχι νὰ φιλονικῶ. Ἕνα Κύριο καὶ Θεὸ γνωρίζω, τὸν Κύριο μου Χριστό. Ἄς εἶναι δοξασμένος καὶ δυνατὸς στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.






http://anavaseis.blogspot.com/2012/04/blog-post_2161.html?utm_source=BP_recent


Ο ΜΕΣΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ απο χειλέων ραββίνου εβραίου

εσπερινος της Αγαπης στον Τιμ.Προδρομο Κρανιδιου 2

Εσπερινος της Αγαπης ευαγγελιο σε πολλες γλωσσες 1

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Εκ-λογο-λογία

περι Εκλογών λόγος... Προχθές είχα μία συζήτηση και μου λέει κάποιος: «ναι, οι μασώνοι, οι καπιταλιστές γενικά, πιστεύουν στο Θεό. Ενώ οι μαρξιστές δεν πιστεύουν». Θα ήθελα λοιπόν, ίσως για τον περαιτέρω διάλογο, αδελφοί, να τονίσω αυτό το γεγονός. Θυμάμαι ότι ο Χριστός μας και με τούς Σαδδουκαίους, τούς φιλελεύθερους της εποχής τους, δεν συντάχθηκε˙ δεν συντάχθηκε όμως και με το συντηρητικό κατεστημένο της εποχής, το Φαρισαϊσμό. Αλλά για το Φαρισαϊσμό είπε τα «ουαί». Για τούς Σαδδουκαίους δεν ξέρω γιατί δεν τα είπε ή αν θα τα ‘λεγε. Αυτό σημαίνει για μένα, σαν έλληνα παπά, ότι η εκμετάλλευση της πίστεως από μια πλευρά ανθρώπων είναι χειρότερη από την άρνηση της πίστεως. Απόσπασμα ομιλίας του π. Γεωργίου Μεταλληνού στον «Διάλογο Οορθοδοξίας – Μαρξισμού» που διοργάνωσε η Εταιρία Χριστιανικού Θεάτρου στην αίθουσα του «Παρνασσού» στις 13-15/12/1983 [κυκλοφορεί και σε βιβλίο από τον ΑΚΡΙΤΑ]
http://egolpio.wordpress.com/2012/04/20/ekloges-2/

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

χαιρετισμοι Θεοτοκου εις την αναστασιν του Κυρίου

Οἱ Χαιρετισμοί τῆς Θεοτόκου εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου

Κοντάκιον Ήχος πλ’. δ’
- Τ
ῇ Ὑπερμάχῳ-
Ὡς Ζωηφόρος Τοῦ Κυρίου ἡμῶν Μήτηρ,
Τ
ῶν οὐρανῶν ὑψηλοτέρα ἀνεδείχθης,
Ἀνυμνοῦμεν οἱ πιστοὶ καὶ μεγαλύνωμεν.
Ἀλλ’ὡς φέρουσα Ζωῆς Κυρίου νάματα,
Ἐκ θανάτου ψυχικοῦ ἡμὰς ἀπάλλαξον,
Ἵνα κράζωμεν ,
Χα
ῖρε ἡ Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.





ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ
Ἄγγελος ἑξαστράπτων τῷ μνημείῳ επέμφθη
κηρύξαι τὴν Ἀνάστασιν πάντων
(Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ημών -ἐκ΄γ΄-)
Καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ αὐτοῦ φωνὴν , Ἀναστάντα θεωρῶν Σὲ Κύριε ,ἐξίστατο καὶ ἵστατο βοῶν τῇΘεοτόκῳ ταῦτα.
Χαῖρε δι’ἧς τὰ μνημεῖα καινούνται...
Χαῖρε δι’ἧς τεθνηκότες ζωούνται
Χαῖρε ἡ φωτίζουσα τὰ ταμεῖα τοῦ Ἅδου.
Χαῖρε ἡ συντρίψασα τοὺς μοχλοὺς τοῦ θανάτου.
Χαῖρε τοῦ Παραδείσου τῆς πύλης τὸ ῥόπτρον,
Χαῖρε τοῦ Βασιλέως τὸ πάναγνον ῥόδον.
Χαῖρε δι’ἧς ὁ Ἀδὰμ τοῦ θανάτου ἀνίσταται
Χαῖρε δι’ἧς τῆς φθορᾶς οἱ Βροτοὶ ἀπηλλάγημεν
Χαῖρε τῶν Μαρτύρων τὸ ἔνδοξον κλέος
Χαῖρε ἡ λαμπρύνουσα τὸ ἡμέτερον γένος
Χαῖρε δι’ἧς ἡ Ζωὴ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλεν
Χαῖρε δι’ἧς τῶν πιστῶν αἱ καρδία ἀγάλλονται

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.
Βλέποντες οἱ ἐν Ἄδῃ, τοῦ Κυρίου τὴν ἀνείκαστον δόξαν, ἔκραξαν Αὐτῷ θαρσαλέως. Ὁ Θεὸς καὶ Ζωῆς χορηγός , πως κατεδέχθεις ενθάδε ἐλθεῖν ὡς κραταιὸς καὶ τὰ δεσμὰ τοῦ διαβόλου συνθλᾶσαι; Κράζοντες

Ἀλληλούϊα

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ,Ἰωάννης σὺν Πέτρῳ ζητοῦντες , ἔδραμον, σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸμνημεῖον.Καὶ θεωροῦντες κείμενα τὰ ὀθόνια μόνα, ἐβόων μετὰ δέους πρὸς τὴν Θεοτόκον
Χαῖρε τοῦ Παρακλήτου λαμπρὸν οἰκητήριον
Χαῖρε τῶν Ἀποστόλων τὸ μέγα ἐφύμνιον
Χαῖρε πύλη ἀδιόδευτος ὡς ὑπάρχεις ἀληθῶς
Χαῖρε ὄρος καὶ παλάτιον τοῦ Δεσπότου τοῦ παντὸς
Χαῖρε ὅτι βλυστάνεις τῆς ἁγνείας τὰ ἄνθη
Χαῖρε ὅτι καὶ Μήτηρ καὶ Παρθένος ὑπάρχεις
Χαῖρε ἡ πικραίνουσα τοῦ θανάτου τὴν γεῦσιν
Χαῖρε ἡ γλυκαίνουσα τῶν πιστῶν τάς αἰσθήσεις
Χαῖρε ὅτι ὤλεσας τοῦ θανάτου τὸν θρόνον
Χαῖρε ὅτι ἤνοιξας Παραδείσου τάς θύρας
Χαῖρε δι’ἧς Ἀγγέλων τάξεις εὐφραίνονται
Χαῖρε δι’ἧς δαιμόνων θράση κατήργηνται

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Δύναμις Τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασε τότε εἰς τοῦ Ἅδου τῶν χασμάτων τὰ ταμεῖα καὶ ἡ ἀφεγγὴς αὐτοῦ τυραννὶς ἐσκυλεύθη τῷ Του Λόγου ἁγίῳ Φωτί, ἐν τῷ ψάλειν ἡμᾶς οὕτως

Ἀλληλούϊα

Ἔχουσα Θεανθρώπου τὴν ψυχὴν εἰς τὰ σπλάχνα, τῷ φόβῳ ἡ γῆ ἐκλονείτω. Τὸν γὰρἀχώρητον παντί, ἑαυτῇ οὐκ εδυνήθη χωρεῖν καὶ ούτως ἐβόα πρὸς Τὴν Θεοτόκον.
Χαῖρε ὅτι τὸ θνητὸν ἀφθαρσίας ἐνδύεις
Χαῖρε ὅτι τῶν ψυχῶν τὴν γαλήνην παρέχεις
Χαῖρε φωτὸς ἀϊδίου τὸ χρυσόπλοκον σέλας
Χαῖρε Ἁγίων Πατέρων τὸ πολύτιμον γέρας.
Χαῖρε φέγγος ἀγλαόμορφον οὐρανοῦ τοῦ νοητοῦ.
Χαῖρε ἄνθος τὸ πανεύοσμον καὶ τοῦ κόσμου χαρμονή.
Χαῖρε τῆς ἁμαρτίας τὸ κέρας συντρίβουσα,
Χαῖρε τῶν πιστῶν τάς καρδίας φαιδρύνουσα
Χαῖρε ὅτι τῶν παθῶν ἀποπλύνεις τὸν ῥύπον
Χαῖρε ὅτι τοῦ Πνεύματος ὑπάρχεις τὸ ῥεῖθρον
Χαῖρε πλοκῆς ῥᾳδιούργων ἡ λύσις
Χαῖρε δεινῶν προβλημάτων ἡ ῥύστις

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Ζάλην ένδοθεν έχων , πρεσβυτέρων ὁ δῆμος ,εὐθὺς μηκτυρίζονται πάντες.Τῶν γὰρ θαυμάτων τὸ θαῦμα μὴ δυναμένων ἔτι συγκαλύψαι, ἐπλήρωσαν ἀργύρια ἱκανὰ τοῖς στρατιώταις, μὴ εἰδότας ψάλλειν

Ἀλληλούϊα

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

Ἤκουσαν οἱ Ποιμένες Τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας τὴν Ἀνάστασιν Κυρίου ἐκ Τάφου. Καὶνομίσαντες ὡς λῆρον αὐτήν, ἐδυσπίστουν τῶν Μυροφόρων τὴν φωνὴν ἅπαντες .Ἀλλ’ὡςἑξῆς καὶ οὔτοι πιστεύσαντες ἐβόων πρὸς Τὴν Θεοτόκον

Χαῖρε Παρθένε τῶν θλιβομένων παραμύθιον
Χαῖρε Μαρία ἁμαρτανόντων ἱλαστήριον
Χαῖρε ἄνθος ἀμαράντινον ,των Ἀγγέλων γλυκασμὸς
Χαῖρε μόνη η μηνύουσα τὴν αἰώνιον ζωὴν
Χαῖρε ὅτι ὑπάρχεις Παραδείσου Κυρίου ο νόστος
Χαῖρε ὅτι κατέστης Γεδεών ο πανένδροσος πόκος
Χαῖρε τοῦ διαβόλου τὴν ἰσχὺν καταλύσασα
Χαῖρε τῶν Ἀγγέλων τὴν χάριν αὐξήσασα
Χαῖρε ἡ ἐν σιωπῇ Τὸν Θεὸν ἀνυμνούσα
Χαῖρε ἡ Τὸν Δεσπότην ἀσπόρως τεκούσα
Χαῖρε δι’ἧς ὁ Σατὰν ἐνεπαίχθη
Χαῖρε δι’ἧς ἡ ζωὴ καινουργείται.

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Θεοδρόμον πορείαν ἐπορεύθησαν τότε, εἰς Ἐμμαοὺς οἱ Μαθηταὶ Τοῦ Κυρίου. Καὶ ὡς συνοδίτην ἔχοντες Αὐτὸν ,ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου ἐπέγνωσαν αὔθις, ἵνα καὶ ἡμεῖς ὑμνῶμεν τὸ

Ἀλληλούϊα.

΄Ἰδον Μυροφόροι γυναίκαι ,ἐν μνημείῳ ορθρίως , νεανίσκον εν λευκοίς αυγασθέντα.Καὶ ὡςἌγγελον νοοῦντες αὐτὸν ,εἰ καὶ τρόμῳ τῇ καρδίᾳ συνέχοντο, ἔσπευσαν τοῖς Ἀποστόλοις κηρύξαι καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένη

Χαῖρε ἡ ἀπαρχὴ τοῦ αἰωνίου φάους
Χαῖρε ἡ χελιδὼν τῆς φωταυγοὺς ἡμέρας
Χαῖρε ὅτι τοῦ Σταυροῦ τὴν χολὴν μετέλαβες
Χαῖρε ὅτι τὸ πικρὸν εἰς χαρὰν μετέβαλες.
Χαῖρε μόνη ἡ πηγάζουσα ζωῆς ὕδωρ τὸ κενὸν
Χαῖρε μόνη ἡ ἐγειροῦσα Ἀδὰμ τὸν πάλαι χοϊκόν.
Χαῖρε τῆς ἁμαρτίας τὸν λύθρον ἡ πλύνασα
Χαῖρε τοῦ Ἀδὰμ τὴν κατάρα ἡ σβέσασα
Χαῖρε ὅτι τῶν δαιμόνων τάς μορφὰς ἀπελαύνεις,
Χαῖρε ὅτι τῆς ἁμαρτίας τὸ σκότος διώκεις
Χαῖρε ή του σύμπαντος Ἀναστάσεως αὐγή.
Χαῖρε τοῦ προπάτορος ἡ γλυκεῖα χαρμονὴ

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Κήρυκες γεγονότες Μαθηταὶ Τοῦ Κυρίου τῆς δόξῃς καὶ τῆς πρῴην δειλίας μὴ σχόντες ,ἐκήρυξαν Τὸν Χριστὸν ἅπασιν, ἀφέντες τοὺς Ἰουδαίους ὡς χυδαίους ,μὴ εἰδότας ψάλλειν

Ἀλληλούϊα

Λάμψας τῇ οἰκουμένῃ φωτισμὸν ἀληθείας, ἐξόρισας τοῦ Ἅδου τὸ σκότος. Τοῦ γὰρ θανάτου ἡἰσχὺς μὴ ἐνεγκοῦσα σοῦ Τῷ Θείῳ Φωτὶ πέπτωκεν ,οἱ τούτου δὲ σωθέντες ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον.

Χαῖρε ἀνεσπέρου φωτὸς τὸ δοχεῖον
Χαῖρε τῶν χαρίτων Θεοῦ τὸ ταμεῖον
Χαῖρε ὅτι καθαίρεις τῆς ψυχῆς τὸ δυσῶδες
Χαῖρε ὅτι λαμπρύνεις οὐρανοῦ τάς ἁψῖδας.
Χαῖρε ὀλιγοψύχων τὸ τερπνὸν παραμύθιον
Χαῖρε τῶν κοπιόντων καὶ μοχθούντων ἀνάπαυσις
Χαῖρε τῆς ζωῆς ἡμῶν τὸ ἀμυντήριον
Χαῖρε τῶν δεινῶν ἡμῶν φυγαδευτήριον
Χαῖρε τὸν κοπετὸν τοῦ βίου κουφίζουσα
Χαῖρε ἡ τῆς ψυχῆς τὴν λύπην διαλύουσα
Χαῖρε ὅτι τῆς χαρᾶς Φωστῆρα ἀνέτειλας
Χαῖρε ὅτι τῆς αράς τὴν λύπην ἠφάνισας

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Μέλλοντος Τοῦ Κυρίου ,τὴν ἀνάπλασιν πάντων, ποιήσαι μετὰ δόξῃς ἀρρήτου, παρεδόθη τῷτάφῳ ὡς θνητός. ἀλλ’ἀνέστη ὡς Νυμφίος λαμπρὸς ,διόπερ ἐξεπλάγημεν τὴν ἄφατον αυτού σοφίαν κράζοντες

Ἀλληλούϊα

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

Νέαν ἔδειξεν κτίσιν, ἀναστήσας ὁ Κτίστης ἐκ φθορᾶς τὸ ἡμέτερον γένος. Τοῦ γὰρ θανάτου τὴν ἰσχὺν νεκρώσας ὥσπερ ἔπρεπε,κατήργησεν αὐτὸν, ἵνα σκιρτῶντες ἐν χαρᾷ ὑμνήσωμεν τὴν Παρθένον λέγοντες

Χαῖρε τοῦ ἐχθροῦ ταπεινούσα τὴν ὀφρὺν
Χαῖρε τῶν δεινῶν ἑξατμίζουσα ἀχλὺν
Χαῖρε ἄστρον παμφαέστατον οὐρανοῦ τοῦ νοητοῦ,
Χαῖρε ἄνθος τὸ πανεύοσμον ἐκ λειμώνων ἱερῶν
Χαῖρε δι’ἧς οἱ Ἄγγελοι τοῖς ἀνθρώποις συμμύγνυνται
Χαῖρε δι’ἧς ὁ ἄχρονος τοῖς Βροτοῖς συναλίζεται
Χαῖρε βίβλε Θεοχάρακτε τοῦ Δεσπότου καὶ Θεοῦ,
Χαῖρε πλὰξ ἡ ἀπογράφουσα σεσῳσμένων τὴν πληθύν.
Χαῖρε ἡ ἐκ θανάτου εἰς ζωὴν ἀγαγοῦσα
Χαῖρε τῶν πρωτοπλαστῶν τὴν αράν ἀναιροῦσα.
Χαῖρε ὁ Φωστὴρ τῆς Χριστοῦ Βασιλείας
Χαῖρε ἡ αὐγὴ βιοτῆς αἰωνίας.

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Ξένον θαῦμα ἰδόντες ξενωθῶμεν βορβόρου καὶ πάσης ἁμαρτίας καὶ λύθρου. Διὰ τοῦτο γὰρὁ ἀπαθὴς Θεὸς ἐπὶ γῆς ἐφάνη παθητὸς ἄνθρωπος , βουλόμενος ἐγείραι σὺν αὐτῷ τοὺς ἐν χαρᾷ βοώντας .

Ἀλληλούϊα

Ὅλως ἢν ἐν τῷ τάφῳ καὶ οὐρανῶν μηδόλως ἀπῆν, ὁ προαιώνιος Λόγος . Καὶ τῷ εὐγνώμωνι λῃστῇ,τὴν εἰς τὸν Παράδεισον ὀδοποιήσας εἴσοδον, εδίδαξεν ἵνα ψάλλει πρὸς Τὴν Θεοτόκον

Χαῖρε περιστερὰ καὶ τροφεὺς τῆς ἁγνείας.
Χαῖρε Χριστιανῶν ὁ ἀκατάπαυστος ὕμνος
Χαῖρε η του πλάνου βίου των κρημνών διασώζουσα
Χαῖρε του μέλλοντος κόσμου την Χαράν ακτινίζουσα.
Χαῖρε τῆς ἡμῶν βιοτῆς εὐλογούσα πορείας
Χαῖρε τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς ἀναιροῦσα κακίας
Χαῖρε ὅτι θανάτου τὸ κράτος ἐπάταξας.
Χαῖρε ὅτι τοῦ Ἅδου τὰ σκῆπτρα ἐσκύλευσας
Χαῖρε ἡ κιβωτὸς τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας
Χαῖρε Ὀσιαρχὼν τὸ ἀκηλίδωτον κῦδος
Χαῖρε ἡ Τὸν Θεὸν ὡς βρέφος τεκούσα
Χαῖρε τῶν συμφορῶν ἡμᾶς ἐξελοῦσα

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Πᾶσα πληθὺς τῶν Ἀγγέλων ἐξεπλάγη τὸ μέγα τῆς σῆς Ἀναστάσεως ἔργον. Τὸν γὰρ ἐν τῷμνημείῳ ὡς νεκρὸν ἐθεώρουν, ἥλιον ζωῆς ἄδυτον και ἡμάς ζωοποιήσαντα, δεχόμενος δε τὸνὕμνον παρὰ πάντων

Ἀλληλούϊα

Ῥήτορας ψευδολόγους ,Ἰουδαίων ἀκραίους ὁρῶμεν ἐπὶ σὲ Θεῖε Λόγε,ἀποροῦσι γὰρ λέγειν τὸπῶς, εί Θεὸς εἴ , ἀνθρωπίνως ἔπαθες, ἡμεῖς δὲ τὴν σὴν εὐσπλαχνίαν θαυμάζοντες ΤῇΜητρί Σου βοῶμεν

Χαῖρε δι’ἧς ἡ δόξα Κυρίου ἀνέτειλεν
Χαῖρε δι’ἧς οἱ Δῆμοι Ἀγγέλων χορεύουσιν
Χαῖρε ἡ δεσμεύσασα τῶν δαιμόνων τὸ κράτος
Χαῖρε ἡ προάγουσα Βασιλείας τὸ νῖκος
Χαῖρε μόνη ἡ ξηράνασα πειρασμῶν τὸν ποταμὸν
Χαῖρε ὄμβρε ἀτελεύτητε δωρεῶν τῶν πατρικῶν
Χαῖρε τῶν Πρωτοπλαστῶν μόνη λύσις τῆς αράς
Χαῖρε μετανοούντων ἐξαλείφουσα ποινὰς .
Χαῖρε τοῦ ἀπροσίτου φωτὸς τὸ ταμεῖον
Χαῖρε τοῦ ἀθεάτου Θεοῦ τὸ πυξίον
Χαῖρε Προφήτου Προδρόμου τὸ κήρυγμα
Χαῖρε Δαυὶδ Βασιλέως τὸ καύχημα

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Σώσαι θέλων τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων , φθορὰ ὑπαχθέντα, πρὸς τοῦτο τριήμερος ἐγείρεται. Καὶ ἄπνους ὑπάρχων ὡς νεκρὸς δι’ ἡμᾶς ἀνέστη εὐφροσύνης αἴτιος , ζωὴν παρέχων πᾶσιν τοῖς κραυγάζουσιν

Ἀλληλούϊα

ΣΤΑΣΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ

Τεῖχος εἰ τῶν ὑμνούντων τῶν χαρίτων σου τὸ ἄμετρον πλῆθος.Ὁ γὰρ ἐκ τῆς σῆς νηδύος προελθὼν , ἐκ τάφου σωματικὼς ἡμῖν ἐπέλαμψεν καὶ πάντας Σοὶ προσφωνεῖν διδάξας

Χαῖρε δι’ἧς του εχθρού τυραννὶς καθῃρέθη
Χαῖρε δι’ἧς τοῦ θανάτου ἰσχὺς κατελύθη
Χαῖρε στάμνε χρυσὴ ἡ ἔχουσα τὸ Θεῖον μάναν
Χαῖρε ξύλον ζωῆς ἀνθίζουσα καρποὺς εὐόσμους
Χαῖρε οὐρανίας παστάδος ἡ τελεία χαρμονὴν
Χαῖρε τῆς φρικώδους κακίας ἡ κατάπαυσις Σεμνή.
Χαῖρε μόνη ἐπὶ σελήνης ἰσταμένη Μαρία
Χαίρῃ ότι τῆς ἁμαρτίας θεραπεύεις μανίαν
Χαῖρε τῆς αἰωνίου ζωῆς τὸ κεφάλαιον
Χαῖρε τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ τὸ προπύργιον
Χαῖρε δι’ἧς τα ποθεινά πηγάζουσιν
Χαῖρε δι’ἧς τα λυπηρά κατήργηνται

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Ὕμνος βροτῶν οὐκ ἀρκέσει ἐξυμνεῖν τὴν Ἁγίαν Σοῦ δόξαν.Ἰσαρίθμους γάρ ταῖς σταγόσιν τοῦ ὄμβρου ᾠδάς ἂν προσφέρωμεν Σοὶ Ἀναστάντα Κύριε οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον ὡς ἐποίησαςἡμῖν τοῖς Σοὶ βοῶσιν

Ἀλληλούϊα

Φωτοφόρον Παρθένον καὶ Ἀγγέλων τὸ ᾆσμα, ὁρῶμεν τὴν Σεμνὴν Θεοτόκον.Ὁ ἀσώματος ἐξ αὐτῆς σωματωθείς, ὁ καὶ δεσμίους τοῦ Ἅδου ἐλευθερώσας ,ἀνέτειλε φῶς πᾶσι τοῖς τυφλοῖς ,ἵνα κραυγάσωμεν αὐτὴ τοιαῦτα

Χαῖρε ὅτι τοῦ πονηροῦ καταλύεις τὸ θράσος
Χαῖρε ὅτι τοῦ Βασιλέως σελαγίζεις τὸ φάος.
Χαῖρε τῶν ἀσθενούντων ἡ βεβαία ἀντίληψις
Χαῖρε τῶν νοσημάτων παντοίων ἡ ἴασις
Χαῖρε ἡ τὸν ὡραῖον ἐκβλαστήσασα στάχυν.
Χαῖρε τῶν δωρεῶν τοῦ Φιλανθρώπου ἡ κρήνη.
Χαῖρε ὅτι τὰ στέφη τῶν συζυγῶν συμπλέκεις
Χαῖρε ὅτι τῶν νέων τάς πορείας φυλάττεις
Χαῖρε ἡ νεκρώσασα τῶν παθῶν τάς προσβολὰς
Χαῖρε ἀκυρώσασα τῶν δαιμόνων τάς βουλὰς
Χαῖρε τῶν οὐρανίων ταγμάτων τὸ νῖκος
Χαῖρε τῶν πεπτοκότων δαιμόνων ὁ θρῆνος .

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Χάριν ἄφθονον δοῦναι τοῖς ἀνθρώποις δωρήσασθαι θέλων, ὁ πάντων Ζωοδότης ἀνθρώπων.
Κατεδέχθη ἐν τάφῳ νεκρὸς κατοικεῖσαι, ἵνα τῆς φθορᾶς ἡμᾶς ἀπαλλάξει τοὺς κράζοντας τὸ

Ἀλληλούϊα

Ψάλλοντές Σου τὸν τόκον , τὸν ὡς ξένον ἐν τάφῳ ξενωθέντα ,ἀνυμνοῦμεν τῇ αὐτοῦἈναστάσῃ.Ἐν τῇ σὴ γὰρ οἰκήσας γαστρί, ἡ τῶν απάντων πνοή,ἑξάγνισεν, ἐφώτισεν,ἐδίδαξεἡμὰς βόαν Σοι ταῦτα

Χαῖρε αμαράντινε στέφανε δόξης
Χαῖρε δωδεκάτειχε πόλις Κυρίου
Χαῖρε ὅτι κατήργησας ἁμαρτίας τὸ κέντρον
Χαῖρε ἡ καινουργήσασα τῶν ἀνθρώπων τὸ γένος
Χαῖρε ὅτι κατεπάτησας κεφαλὴν τοῦ πονηροῦ
Χαῖρε λύπην ἡ κεράσασα τῶν δαιμόνων τὸν ἐσμόν
Χαῖρε μόνη χριστιανῶν ἡ στερεὰ προστασία
Χαῖρε τῶν ἀπιστούντων ἡ ἐπίμοχθος ἀπορία .
Χαῖρε ἡ ἀπόδειξις τῆς ἡμῶν σωτηρίας
Χαῖρε ἡ βεβαίωσις τῆς παλιγγενεσίας
Χαῖρε ὅτι ῥόδα καὶ κρίνα ἀνθίζεις
Χαῖρε ὅτι Πάσχα καὶ ἔαρ μυρίζεις

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Ὢ Πανάσπιλε Μῆτερ, ἡ γεννήσασα τὸν πάντων Ζωῆς χορηγὸν καὶ Δεσπότην
(Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.-ἐκ΄γ΄-)

δεξαμένη τήν νυν προσφορὰν ἐκ πασῶν σῶσον ἀναγκῶν ἅπαντας καὶ τῆς μελλούσηςἀξίωσον Ἀναστάσεως τούς σοι βοώντας:

Ἀλληλούϊα.

Ἄγγελος ἑξαστράπτων τῷ μνημείῳ επέμφθη

κηρύξαι τὴν Ἀνάστασιν πάντων. Καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ αὐτοῦ φωνὴν, Ἀναστάντα θεωρῶν Σὲ Κύριε, ἐξίστατο καὶ ἵστατο βοῶν τῇ Θεοτόκῳ ταῦτα.

Χαῖρε δι’ἧς τὰ μνημεῖα καινούνται
Χαῖρε δι’ἧς τεθνηκότες ζωούνται
Χαῖρε ἡ φωτίζουσα τὰ ταμεῖα τοῦ Ἅδου.
Χαῖρε ἡ συντρίψασα τοὺς μοχλοὺς τοῦ θανάτου.
Χαῖρε τοῦ Παραδείσου τῆς πύλης τὸ ῥόπτρον,
Χαῖρε τοῦ Βασιλέως τὸ πάναγνον ῥόδον.
Χαῖρε δι’ἧς ὁ Ἀδὰμ τοῦ θανάτου ἀνίσταται
Χαῖρε δι’ἧς τῆς φθορᾶς οἱ Βροτοὶ ἀπηλλάγημεν
Χαῖρε τῶν Μαρτύρων τὸ ἔνδοξον κλέος
Χαῖρε ἡ λαμπρύνουσα τὸ ἡμέτερον γένος
Χαῖρε δι’ἧς ἡ Ζωὴ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλεν
Χαῖρε δι’ἧς τῶν πιστῶν αἱ καρδία ἀγάλλονται

Χαῖρε Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

Ὡς Ζωηφόρος Τοῦ Κυρίου ἡμῶν Μήτηρ,
Τῶν οὐρανῶν ὑψηλοτέρα ἀνεδείχθης,
Ἀνυμνοῦμεν οἱ πιστοὶ καὶ μεγαλύνωμεν.
Ἀλλ’ὡς φέρουσα Ζωῆς Κυρίου νάματα,
Ἐκ θανάτου ψυχικοῦ ἡμὰς ἀπάλλαξον,
Ἵνα κράζωμεν ,

Χαῖρε ἡ Μήτηρ τῆς Ζωῆς ἡμῶν.

  1. Τό παρόν ἔργον τῶν "Χαιρετισμῶν εἰς τήν Θεοτόκον ἐπί τή Ἀναστάσει Τοῦ Κυρίου", εἶναι ἔργον ἀνωνύμου τινός ὅπου εὑρέθη προσφάτως εἰς τινά παλαιόν βιβλίον τοῦ Ἱστορικοῦ Ι.Ναοῦ μας.*
    Δία τοῦτο καί μετά χαρᾶς τό δημοσιεύομεν εἰς ἡμετέραν ὠφέλειαν καί δόξαν τῆς Πανασπίλου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας καί Μητέρας ἠμῶν.
    Τούς οἴκους τούτους μετά τῶν Χαιρετισμῶν τούς ἀναγιγνώσκωμεν ἑκάστη κυριακή καί εἰς τάς ἡμέρας τοῦ Πεντηκοσταρίου , ἀλλά καί εἰς οἱανδήποτε ἀνάγκη προκειμένου νά μᾶς χαρίζει ὁ Δωρεοδότης Κύριος διά πρεσβειῶν τῆς Πανάγνου Αὐτοῦ Μητέρας πάσαν Ἀνάστασιν ψυχῆς καί σώματος ἐκ τῶν ἐνθάδέ του βίου λυπηρῶν.

    Καλή καί εὐλογημένην Ἀνάστασιν καί καλόν Παράδεισον!
    13η Ἀπριλίου 2012

    Πρεσβύτερος Διονύσιος Ταμπάκης
    * Ἱερός Ναός Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Ναυπλίου


    http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2012/04/blog-post_5573.html#more